Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Ανεκπλήρωτο

Το ανεκπλήρωτο, το εφερα στο φως, απο ποστ του 2008, που το θυμήθηκα. Δεν έχω ξαναρωτήσει την Χαρίκλεια λεπτομέρειες. Συχνά θυμόμαστε τις εξαδέλφες της, μα δεν αναφέρουμε ποτέ την ιστορία......

Η αφήγηση ειναι της θείας Χαρίκλειας (για να ξέρουμε και την σχέση παρότι Χαρικλέτο την φωνάζουμε).




Περπατούσαν με την Χαρίκλεια στην οδό Αιόλου. Είχαν ξεποδαριαστεί να ψάχνουν υφάσματα για την "νέα κολεξιόν" που θα έραβαν. Πειραζόντουσαν μεταξύ τους και γελούσαν, διαλέγοντας χρώματα και σχέδια.
Παρά την ηλικία της η Τασία, (πριν τα 80), έραβε για εκείνη και τις αδελφές της και την Χαρίκλεια (πολύ νεότερή της) κάθε εποχή έστω και ένα ρούχο απο συνήθεια.
Δεν είχε κουραστεί να ράβει τόσα χρόνια. Τα δάχτυλά της είχαν στραβώσει, τα μάτια την πρόδιδαν αλλά η απασχόληση και η συνήθεια ήταν δευτέρη φύση.
Σήκωσε τα μάτια απο την βιτρίνα να συνεχίσουν το δρόμο και διασταυρώθηκε με δυο μάτια. Ενας ψιλόλιγνος κύριος, την κοιτούσε όπως ερχόταν αντίθετα στο δρόμο. Έσφιξε το μπράτσο της Χαρίκλειας, αλλά συνέχισαν το δρόμο.
Αυτή η ματιά... αυτή η κοψιά.... "Στάσου" της ψυθίρισε, "στάσου και κόπηκαν τα πόδια μου", καθώς στηρίχτηκε στο μπράτσο της. "Τι σου συμβαίνει?, δεν αισθάνεσαι καλά?" κοντοστάθηκε η Χαρίκλεια, φορτωμένη με τα υφάσματα.
Η Τασία κούνησε το κεφάλι "καλά είμαι, θα σου πω, όταν πάμε σπίτι. Σε πειράζει να μην συνεχίσουμε την βόλτα στα μαγαζιά?" Πήραν το πρώτο ταξί που βρήκαν μπροστά τους και γύρισαν πίσω.
Η Αννα και η Αργυρώ, τις περίμεναν πως και πως, να δουν τι είχαν αγοράσει. Τραβολογούσαν τις τσάντες και την πείραζαν. Εκαναν σαν μικρά παιδιά. Η Τασία, ανόρεκτα τους τις έδωσε. "Πάω να ξαπλώσω". τους είπε και γύρισε στην Χαρίκλεια "καλά είμαι μην τρομάζεις, έλα μαζί μου μέσα να σου πω".
Στρώθηκε στην πολυθρόνα της και πήρε το χέρι της Χαρίκλειας στα δικά της "να σε κρατώ να παίρνω κουράγιο", της είπε.
"Είδα τον Τάσο. Είμαι σίγουρη πως είδα τον Τάσο. Ηταν ο Τάσος. Ο Τάσος μου. Είχα να τον δω......σταμάτησε και υπολόγισε.... κοντά 50 χρόνια. Μα είμαι σίγουρη πως ήταν εκείνος." Η ματιά της ήταν καρφωμένη στο κενό. Εσφιγγε το χέρι της Χαρίκλειας. Εμοιαζε να βλέπει κάτι, εκεί μακριά..
"Ηξερε την οικογένειά μας, είμαστε συντοπίτες. Είχαμε ειδωθεί σε χορούς και είχαμε γνωριστεί. Ηρθε σπίτι και με ζήτησε επίσημα. Ο πατέρας δεν αρνήθηκε. Αρραβωνιαστήκαμε...."

Εδώ η ίδια η Χαρίκλεια που μου αφηγείται, σταματά. Δεν θυμάται γιατί δεν παντρεύτηκαν. Η μνήμη δεν βοηθά, ή δεν θέλει να βοηθήσει. Κι έλεγα, σε ποιον έμοιασα με την επιλεκτική μου μνήμη.....

Η Τασία, μετά απο λίγο καιρό, της έδειξε την εφημερίδα. Ενα αγγελτήριο κηδείας. Είχαν χάσει τον Τάσο. Είχε οικογένεια και παιδιά και εγγόνια, όπως έβλεπαν. Κανένας δεν το ήξερε μέχρι τότε. "Θα πάμε..." της είπε παρακλητικά η Τασία. "Δεν είμαι καλά, αυτές τις ημέρες, είναι καλοκαίρι, κάνει ζέστη ακόμη και στις 5 το απόγευμα" της απάντησε θέλοντας να το αποφύγει. Δεν επέμεινε.

Περιέπεσε σε σιωπή, η Τασία. Δεν ξανάραψε. Ανόρεκτη τριγύρναγε και κοιτούσε το κενό πολλές ημέρες.
Δεν πέρασαν 40 ημέρες. Εφυγε στον ύπνο της η Τασία.
Ευτυχισμένη?
Δυστυχισμένη?
Απογοητευμένη? ποιός ξέρει να πει? Δεν είπε ποτέ σε κανέναν.
Κάτι παιγνίδια που παίζει η ζωή.

2 σχόλια:

  1. Συγκλονιστική ιστορία! Θα μπορούσε να είναι ρόλος η Τασία και έργο θεατρικό η ιστορία αγάπης με τον Τάσο! Διαβάζοντας, είχα έναν κόμπο στο στομάχι! Σ΄ευχαριστώ για την αφήγηση....Φιλάκια Ζουζουνίτσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτά εχει η ζωή, κοριτσάκι και τα είχε μάλλον απο παλιά!

      Διαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.