Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013

κι ενα απομεσήμερο

Ξημέρωνε η μεγάλη ημερα που είχαν οργανώσει να συναντηθούν Εκεινος τα είχε όλα προγραμματίσει τόσο καλα. Η εργασία του τελειωνε στις 3. Την παρακάλεσε να περάσει να τον πάρει. Δεν της είχε πει που θα πήγαιναν. Εκεινος θα οδηγούσε. Την εβαλε να παρκάρει παραδίπλα. 
Αρχισε να ψιχαλίζει. Γιατί ολες οι συναντήσεις τους, ήταν με βροχή? Κάτι ήθελαν να τους πούνε? Για πολλα χρόνια η βροχή τους συνόδευε. Ηταν λυτρωτική? Είχε ενα μύνημα?

Ταξιδέψαν γρήγορα σε ένα δρομο γεμάτο νερά, για να φθάσουν σε μια άγνωστη παραλια. Εκείνη άνοιξε την πόρτα. Εκεινος δεν κουνήθηκε. Η κουβέντα πλανιόταν στο που και το πουθενά. "Θα βγούμε; δεν βρέχει" ρώτησε εκεινη, θέλοντας να περπατήσει στα χαλικια στην έρημη παραλια. Δεν της έδωσε σημασία, πέρασε το χέρι του στον ώμο της χαμήλωσε την μουσική και της σιγοψιθύρησε το τραγούδι". Εκεινη εγυρε πίσω. Ηταν δική του. Παραδομένη ολοκληρωτικά. Την παρατηρούσε που είχε κλεισει τα μάτια της. Οι βλεφαρίδες της επαιζαν και τα χείλη της, σιγοτρεμαν στο ρυθμό θαρρείς της μουσικής. Το δροσερο αεράκι που τρύπωνε απο την ανοικτή πόρτα την εκανε ν' ανατριχιάσει.
Πόσους μήνες δεν είχε φανταστεί αυτή τους την συνάντηση. Πόσο καιρό δεν προσπαθούσε να την πείσει.  Εκεινη άνοιξε τα μάτια της καθώς οι στροφες του τραγουδιού τελειωσαν. "Και"? τον ρώτησε. "Θα πάμε να φάμε"; την ρώτησε εχοντας ήδη ανάψει την μηχανή του αυτοκινήτου. Δεν του απάντησε. Γύρισε και του χαμογέλασε. Εκείνος έμεινε να την κοιτά. Το χαμόγελο του χάραξε και η σκέψη του, παιχνίδισε στις ιδέες που πέρασαν απο το μυαλό του. Ηταν δική του. Ηταν μαζί του. Ηταν οι δυο τους, οπως το είχε ποθήσει. Μέχρι που δεν αναρωτιώταν. Βάδιζε σιγά και σταθερά. Φοβόταν θαρρείς. Την φοβόταν θαρρείς. 

Πήγαν σε μια απόμερη ταβέρνα. Το περιβάλλον την γύρισε πίσω. Στην Αθήνα του 30. Μα γιατί? δεν την είχε ζήσει αυτή την εποχη. Οι ταινίες, ήταν περιγραφικότατες ομως. Της άνοιξε την πόρτα να περάσει και την εσπρωξε μαλακά δείχνοντας της το τζάκι. "Να καθίσουμε εκει", της είπε. Μα την έπνιγε το τζάκι και η ζέστη του. "στην άλλη πλευρά, δεν ανασαίνω", του αντιγύρισε ηρεμα. δεν της αρνήθηκε. Αλλωστε, στην άλλη άκρη, το μισοσκόταδο θα τους έκρυβε καλυτερα.

Το φαγητό, ήταν θαλασσινά. Ηταν ακριβώς αυτά που είχε επιμεληθεί, εκεινος να υπάρχουν. Ακριβώς οτι δεν έτρωγε. Μα προσπάθησε να μην το δείξει.  Η κουβέντα πλανιόταν σε αμμόλοφους και παραλίες. Κανείς δεν έλεγε αυτο που αισθανόταν. Οι καρδιές χτύπαγαν δυνατά. Οι ματιές σπάθισαν την ατμόσφαιρα. Της κράταγε το χέρι και ήταν πλήρης. Ολες οι σκέψεις του, την περιέκλειαν. Κι εκεινη του ανταπέδιδε μ' ενα χαμόγελο την ίδια βεβαιότητα. Ξεχάστηκαν. Οι ώρες που ήταν δικές τους μα κλεμμένες απο αλλη ζωή, έτρεχαν με ταχύτητα. Το φως της μέρας, είχε αρχίσει να λιγοστεύει. Τα φώτα της ταβέρνας άναβαν ένα προς ένα. "να φυγουμε" της είπε. "και να πάμε που" τον ρωτησε. Δεν είχε απάντηση να της δώσει. Ηθελε να μεινουν εκει. Ηθελε να την κλείσει στην αγκαλιά του, την ήθελε δικιά του. Μα. 
Καθόταν ακίνητος στη θέση του κοιτάζοντάς την και προσπαθώντας να συγκεντρώσει την σκέψη του. Μάταια. Εκεινη του χαμογελούσε με μια απορημένη ματιά. Ηθελε να ειναι μαζί του συνέχεια. Και ποιός δεν θέλει αυτές τις ώρες. Ομως δεν ήταν δικός της. Δεν ήταν δική του. Ανήκαν αλλού και το δυστυχώς ή το ευτυχώς δεν μπορούσε να το πει κανείς. Μιλουσε για να μην χάνεται ως που εκεινος σηκώθηκε και τράβηξε και την καρέκλα της, ευγενικά. Επιασε το χέρι της και βγήκαν έτσι. Εξω είχε πιάσει πάλι ψιλόβροχο, την αγκάλιασε να την προστατέψει αόρατα. Περισσότερο να ειναι μαζί της, να εχει επαφή μαζι της. Σφίχτηκε δίπλα του κι έφθασαν στο αυτοκίνητο. Επεσε μια σιωπη περίεργη.
Εκεινος δειλά ξεκινησε "Δεν εχω άλλη ώρα" της είπε απολογητικά, "πρέπει να γυρίσουμε". Εβαλε το χέρι της πάνω στο δικό του, ενώ εκεινος ετοιμαζόταν να βάλει μπροστά την μηχανή. "Αγκαλιασέ με" του είπε. "Αφησέ με να ακούσω την καρδιά σου" συνέχισε και εγυρε γλυκα πάνω του.
Εμειναν λίγο έτσι. Αυτό το λίγο αυτό το πρέπει, που διαρκώς εμπαινε ανάμεσά τους. Αυτές οι κλεμένες στιγμές τους, πόσο λίγες φάνταζαν, μπρός σ' αυτό που ενοιωθαν.
Την σήκωσε μαλακα και είδε τα μουσκεμένα της μάτια. Απλωσε το χέρι του να της σκουπίσει τα δάκρυα. Φίλησε την παλάμη του, οπως ήρθε κοντά στα χείλη της.
αγκάλιασε το μαγουλό της και εσκυψε να την φιλήσει. Δεν υπήρχαν λογια για τις στιγμές. Δεν υπήρχαν παρα μόνο οι δυο τους. Οι ματιές που αντάλλασαν, οι καρδιές που χτυπούσαν δυνατά και η ένταση που δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Που βρηκε το κουράγιο να την αφήσει έτσι και να ξεκινήσει, ούτε εκεινος ήξερε. Η ωρα κυλούσε αδυσόπητα. Δεν είχε χρόνο πιά. Ούτε εκείνη. 
Τα ματια της ήταν γεμάτα κι εκεινος το πρόσεξε. Εχοντας το νου του στον βρεγμένο δρόμο, γύριζε κάθε τοσο και την κοιτουσε. "μην μου σπαράζεις την καρδιά" ψέλλισε. "Δεν το θέλω", του απάντησε.

Δεν ειχε δικαίωμα σε τίποτα άλλο, παρά αυτές τις ώρες. Δεν είχε δικαίωμα στην ζωή του κανενα. Ούτε αυτός στην δική της άλλωστε. Προσπαθούσε να κυβερνά τον εαυτό της μα λύγιζε κάποιες φορές. Οι στιγμές τους ήταν μικρές μα είχαν μεγαλοσύνη.

Εκοψε την ταχύτητα και σταμάτησε στην άκρη στο δρόμο. Εσκυψε και την φίλησε. "Ειναι δύσκολο και για μένα" της είπε. Εκεινη πήρε μια βαθειά ανάσα. "Με συγχωρείς, πέρασα υπέροχα αλλα δεν το ορίζω" ξεκίνησε. Της σκούπισε τα μάτια με τα χέρια του, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά του. Ακούμπησε απαλά στα χείλη της. Σ' ενα αιώνιο φιλι της είπε οσα δεν μπορούσε να αρθρώσει εκεινη την στιγμή. Του το ανταπέδωσε παλεύοντας με τον εαυτό της. 
Οταν έφθασαν στο αυτοκίνητό της, αποχαιρετίστηκαν γρήγορα. 

Το επομενο πρωινό τον βρήκε χωμενο στην καρέκλα του γραφείου του να γυρίζει στο χθές. Ζήτησε να μην τον ενοχλήσει κανείς και της τηλεφώνησε να της πει καλημέρα.
Βούλιαξε στα χαρτιά του αργότερα ως την ώρα που του τηλεφώνησε να του πει καλο απόγευμα. 

Το απομεσήμερο την βρηκε βυθισμένη στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Οι σκηνές ήταν δικές της ολες και αναπόλησε κάθε μια ξεχωριστά, εκλεινε τα μάτια και τις εφερνε μια προς μία μπροστά της. Κρατούσε ακόμη το τηλέφωνο στα χέρια της. Η φωνή του ηχούσε καμπανιστά στ' αυτιά της. Ηταν οσα της έλεγε δικά της. Μόνο δικά της.

Αξιζε; ποιός θα το πει. ποιος θα το αποφασίσει. οι στιγμές ειναι λίγες στην ζωή για να τις στερούμεθα. ολα εξαρτώνται απο τα θέλω και τα πρέπει.
ολα εξαρτώνται απο εμάς. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.