Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

η κυρά Γιαννούλα μας

Είναι κάτι ώρες, που δεν ξέρεις ποιόν θα βρείς μπροστά σου.
Πήγα σε μοδιστράδικο της γειτονιάς γιατί η κυρια Ματίνα μας, ειναι έτοιμη για καρδιά και την κάνει καινούργια κι εγώ θέλω ραψίματα.

Της πήγα κάτι, μου είπε τιμές, μου πηρε μέτρα.. πως τόγραψα έτσι και πήγα για την πρώτη μπρόβα.

βαριεστημένα μετά το γραφείο, ακουμπησα επι του καναπέως, ενω προσπαθούσε να συνεννοηθεί μ' ενα ΚΑΠΗ, που ήθελε την φούστα λίγο άννοια.
Σηκώθηκα να βάλω το παντελόνι, που ήρθε κουτί πάνω μου, λες και με είχε ξαναράψει. "φτού σου κυρά μου, τι χέρι ειναι αυτό" της είπα κι έσκυψε να κάνει το στρίφωμα σωστό. Σκυμένη κάτω, συνεχίσαμε μια κουβέντα που ειχαμε αφήσει στη μέση για την γειτονιά. "εμείς μέναμε Φερρών στην πλ. Βικτωρίας" συνέχισα και μου αντιγύρισε "κι εγώ Φερρών, πριν την Αχαρνών, δεν θυμάμαι το νούμερο".
Καλέ πότε? την ρωτώ
το 74 μου απαντά
ξεμενω. σε ποιά πολυκατοικία ξαναρωτάω.
απέναντι απο την κλινική΄μου λέει.
ζζζζζζζντουπ. που καλε.
εδώ εκεί και παραπέρα. 
Στου Ανδρικόπουλου, ξεφωνίζω. 
"είμαι η κόρη της κυρά Γιαννουλας" μου λεει και καγκελώνω.
Σηκώνεται και με κοιτά "αει μαρή, που είσαι η κόρη της κυρά Γιαννούλας" της λέω και βουρκώνω. Ερχονται στο νού χιλιάδες εικόνες. γιατί αυτό τόχουν οι γέροι. τα παλιά θυμούνται.
Αγκαλιαζόμαστε και φιλιόμαστε.... με πιάνουν τα γέλια.. τι σκηνή, απείρου κάλλους.

"στο απέναντι μέναμε. η μάνα σου πολύ αγαπητή σ' ολη την γειτονιά" και μπλά μπλά, που μετά την είχαμε δει στην κυψέλη. 5 νούμερα πιο κάτω απο εμάς  εμενε...

και θυμήθηκα και τον αδελφό και τον πατέρα της. μου ήρθε αμυδρά η εικονα της στο μυαλό. Ρε τη Μαίρη... ρε τη Μαίρη, η κόρη της κυρά Γιαννουλας.... 
ε, ρε μικρός που ειναι ο κόσμος.

Η κυρά Γιαννούλα. Αγαπητή σε όλους. καλοσυνάτη, με το χαμόγελο παντοτε και την καλή κουβέντα. Μια κοντή παχουλή με το μαλλί τραβηγμένο κότσο πίσω. Πηγαιν' ερχόταν και εξηπηρετούσε ολη την γειτονιά. οτι ήθελες στην κυρα Γιαννουλα. Πέρα δώθε και πάνω κάτω, ησυχία δεν είχε. Θυρωρός στο πόστο της και ολα τα έκανε ολα τα ήξερε. Φώναζε της γιαγιάς μου καλημέρα, μόλις άνοιγε το παράθυρο το πρωί, απο απέναντι.
Θυμήθηκα πως είχε έρθει και στην κηδεία του παππού με την βρόχα. Και μετά είχε έρθει και σπίτι να συλληπηθεί και να κάνει παρέα στη γιαγιά.

α, ρε ποσα πράγματα ερχονται στο νου.
Κατσε να σε κοιτώ να θυμάμαι μου είπε η Μαίρη. Δεν με άφηνε να φυγω κι οι δυο με βουρκωμένα μάτια θυμηθήκαμε όλους τους γειτόνους, που ήξερα απο παιδί και που εφυγαν ολοι πιά. 


ειναι μικρός ο κόσμος και πρόσεχε τι λές.


6 σχόλια:

  1. είδες πόσο ξαφνικά μπορούν να σε κατακλύσουν οι αναμνήσεις;
    και γνωστή και χρυσοχέρα!
    έχεις το κοκκαλάκι της νυχτερίδας φιλενάδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Α. εγώ τις αναμνήσεις τις έχω στο τσεπάκι. Ολο για τα παλιά μιλάω.
      εχω έχω..>!!!!!

      Διαγραφή
  2. Είναι μικρός ο κόσμος και εκτός του ότι πρέπει κάποιος να προσέχει τι λέει, πρέπει να προσέχει και τι γράφει! Διότι όπως λέει και μια παλιά κινέζικη παροιμία, στο δεύτερο σκέλος της: Scripta manent!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό, αυτό με τις παλιές κινέζικες παροιμίες!!! Ολα τα πετυχαίνουν!!! Ολα !

      Διαγραφή
  3. Εξαιρετικής ομορφιάς το βαγκράουντ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.