Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

καθονταν μαζί

Είδες τι έγινε. Ακουσες τι είπε. Οχι δεν ήταν αψέντι. Αυτό το πίνουν, οι φαντασμένοι. Εκεί είχε μόνο κονιάκ. Παλιο καλό γαλλικό κονιάκ.
Γιόμισε το ποτήρι. Πήρε το χέρι της και την οδήγησε στο παράθυρο.

Την βλέπεις αυτή απέναντι? την ρώτησε. Είναι δασκάλα γαλλικών. "πως είναι έτσι"? ρώτησε εκείνη με την σειρά της. "τα μαλλιά της με τι τα στερεώνει έτσι ψηλά", συνέχισε να ρωτά. 

Με το φτυάρι στο χέρι, κάθισαν ολο το απόγευμα στο παράθυρο και τελειωσε το μπουκάλι με το κονιάκ. ηταν παλιό καλό γαλλικό κονιάκ. το ξέρω πως το ξανα είπα. εντύπωση κάνω.

Αλλά είχε περάσει ολη η γειτονιά απο εκεί. Ενας που δεν γαμεί, ενας άλλος, απο την απέναντι αυλή. Πως τον έλεγαν? μια με μακρύ μαλλί. Μια με δυο πόδια σ' ένα παππούτσι, η κυρά μαμή, ο ελέφαντας με την προβοσκίδα και η κατσίκα με την γίδα.

οοοοοοοολοι αυτοί, ηρθαν και πέρασα απο την αυλή. Κι ο μπάρμπα Θοδωρος με το μπαστούνι στο χέρι.

Την τράβηξε απο το χέρι και πήγαν να κοιμηθούν. Αρκετά για σήμερα. Είναι πολύ αργά για δάκρυα. 


το περίεργο θα ήταν να καταλάβαινες.

6 σχόλια:

  1. Απαντήσεις
    1. Κάντε ενα παστίτσιο, προς ώρας... και βλέπουμε!

      Διαγραφή
  2. "Σταυροπόδι στις αυλές
    τι ειν' αυτά που λες..." που λέει και το σχετικό άσμα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Και όχι μόνο σταυροπόδι. Καθισμένα κι ανακούρκουδα ! εκεί να δεις !

      Διαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.