Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Ο σηκοκράτης και ο καφές Ιορδάνης

Μου θύμισε η misoagnosti, που γνωστή μου έχει γίνει πιά, πολλές ιστορίες, με ενα σχόλιό της στην προηγούμενη ανάρτηση.

Τα παλιά χρόνια, οι μανάδες, εφέυρισκαν ενα σωρό, μαγκανίες για να κάνουν τα παιδιά να ακούνε. Το τι γινότανε. Μα ήταν μάνες, που δεν δουλευαν και όλη τους η ευθύνη ήταν το σπίτι και τα παιδιά. Να φτιάξουν φαί να φάνε, να εχουν καθαρά ρούχα, να παίξουν χωρίς να ματώσουν... Συμβουλές όλη την ώρα.
Και ιστορίες, απο το μυαλό τους. Αυτές κι αν.
 Η γιαγιά Βασιλικούλα, αμα ήθελε να ξεφορτωθεί τον Μίμη, τον έστελνε, στην θεία Μάρθα, όπως την έλεγαν την γειτόνισα στο υπόγειο με τις οδηγίες. "Πήγαινε Μίμη μου, στην θείτσα Μάρθα και πές της να σου δώσει τον σηκοκράτη". Πήγαινε το έρμο, κάτέβαινε τις 28 σκάλες, και εβγαινε στην αυλή, χωνόταν στη θεία Μάρθα, ελεγε την παραγγελιά και καθόταν ίσαμε να φωνάξει η γιαγιά
"Μιμήηηηηηηηηηηη, που είσαι...?" τάχα μου.
Και μαζευόταν πάλι σπίτι το Μιμιόγκο.
Ο σηκοκράτης, ήταν μια μαγική λέξη για να τον κρατήσει η Μάρθα, επειδή κάτι είχαν να κάνουν στο σπίτι. Και μονίμως βρισκόταν μές τα πόδια τους.

Αλλη μαγική λέξη, ήταν ο δικός μου καφές Ιορδάνη. Ολος ο κόσμος, στην Αθήνα, τουλάχιστον, έπινε Λουμίδη Παπαγάλο, Μπράβο, εγώωωω, Ιορδάνη. Τζόρνταν...
Καθόμουν στο μπαουλάκι, στον αντρέ, στρωνόμουν ήσυχα κι ήθελα καφέ.

"Δώσε του παιδιού, Ιορδάνη" εδινε την εντολή η γιαγια΄Βασιλικούλα κι ερχόταν ο φλυντζανάτος, Ιορδάνης μου. Είχανε ξετεριάξει το σερβίτσιο του καφέ για παρτη μου. Χαρά, εγώ, επινα μαζι τους καφέ, διότι το παιδί μιμείται,  έτρωγα και παξιμαδάκι. Υστερα ευτυχισμενη, χωνόμουν κατω απο το τραπέζι, που υπήρχε μια κούτα, που αναποδογυρίζοντάς την ακουγόταν τέτοιο θραβαλιτό απο τα τζιμπράνγκαλα, που σουφευγαν τ' αυτιά.

Θάταν η τελευταία τάξη του σχολειου, καν η επόμενη χρονιά κι εγώ εκανα στην κούπα καφέ Ιορδάνη, οπως τον έλεγα. Ζάχαρη νερό και μια υποψία καφέ, έτσι τον θέλω ακόμη.
Οπου στα 18, μου ήρθε η επιφοίτηση να ρωτήσω την γιαγιά. Γιατί τον λέμε Ιορδάνη? Για να λάβω, την απάντηση "νερό επινες τόσα χρόνια με χρώμα καφετί, απο μισή κουταλιά καφέ βρασμένο κι άν".

Ωχου μάνα μου, τι ήταν τούτο? Εμενα κοροϊδευαν? Εμενα εβαζαν νερό με ζάχαρη και μια κουταλιά καφέ κι αν στο φλυτζάνι? Ωχου, σου λέω.

Μου γκρεμισε το όνειρο μα σαν τους είδα όλους να γελούν, ξεκαρδιστηκα κι εγώ.
Εβίβα Ιορδάνη, φώναξα... και τώρα περιμένω τον επόμενο να του την φέρω.
 Λοιπόν, φέρε τον σηκοχτύπα γιατί μερικοί μερικοί μου δίνουν στα νεύρα.

8 σχόλια:

  1. Μωρέ, μια χαρά τον είχανε βαφτίσει Ιορδάνη! Άλλο που εσύ ήσουν αθώα, αγνή μικρή παιδίσκη και δεν νόγαγες από αυτά!
    Τώρα που μεγάλωσες, θες και το σηκοχτύπα!
    Εμένα μου βάζανε μια γουλιά ελληνικό, κάθε Κυριακή, μετά την εκκλησία. Ο πιο ωραίος καφές... ένιωθα και μεγάλος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ζαβό ήμανε!
    ααα κι εσύ....πότης...τι μας φαινόταν ο καφές, δεν ξέρω. μάλλον κολλητική συνήθεια απο τους μεγάλους

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χαχαχα! Η φιλενάδα σου ξεκίνησε από τα "σκληρά" με νεσκαφέ ντεκαφ στα 16...και καλά, με κρατούσε ξύπνια!
    φιλούμπες ω μούτρ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. kontre la moutre, λέμε, κι εσύ πιά!!!!
      ααα, είσια και μια γενιά μικρότερη, σε πουρκουά!!!!

      Διαγραφή
  4. Εμένα μου έδινε η θεία μου η Ρούλα κρυφά κανονικό καφέ (όχι Ιορδάνη) και βούταγα κουλουράκια και η μαμά μου μου λέει γι' αυτό έμεινα κοντή! Οπότε να είσαι ευχαριστημένη που δεν σου έδιναν κανονικό καφέ. Γι αυτό εσύ ψήλωσες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. αααα, δεν τόξερα. ευτυχωωωωωως, να μην με λένε κοντή!

      Διαγραφή

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.